Ζητείται ελπίδα, υποθηκεύονται τα όνειρα, καταψύχεται η ζωή

Η Μαρία περιμένει στη στάση μια καθημερινή ημέρα του Ιούλη. Είναι ακόμη 11 το πρωί και η ζέστη στο κέντρο της πόλης ήδη χτυπάει κόκκινο. «Φέτος δεν έχει διακοπές», συλλογίζεται. «Θα βράσουμε στο ζουμί μας». Δεν έχει δουλειά η Μαρία τα καλοκαίρια, καθώς είναι εκπαιδευτικός εργαζόμενη σε Φροντιστήριο. Τα τελευταία χρόνια δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει απολύτως τίποτα, για να περάσουν λίγες ημέρες οικογενειακώς δίπλα στη θάλασσα. Τίθεται πια σχεδόν θέμα επιβίωσης κατά τους θερινούς μήνες. Ο νους της πηγαίνει αυτόματα στην σχολική χρονιά που πέρασε. Ανάμεικτα συναισθήματα. Αγάπη και μεράκι για τη διδασκαλία, πολλή δουλειά, περηφάνεια για τις επιτυχίες των μαθητών της, αλλά πενιχρές αμοιβές.

Η Μαρία σκέφτεται τώρα τα δικά της παιδιά που με τη δική της εργασιακή στασιμότητα κι επισφάλεια από τη μια και του συζύγου της τις απανωτές περικοπές στον μισθό από την άλλη, είχαν μια χρονιά πολύ πιο στερημένη σε σχέση με προηγούμενες, παρακολουθώντας τις απολύτως απαραίτητες εξωσχολικές δραστηριότητες. Ποιος ξέρει, αν θα τα καταφέρει να τα στείλει και την επόμενη χρονιά. Οι τελευταίες πολιτικές κι οικονομικές εξελίξεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ελπίδας. Τουναντίον, η σκέψη αυτή της φέρνει στο στήθος ένα αίσθημα ασφυξίας. Ασυναίσθητα, φέρνει το χέρι στο λαιμό. Δυσκολεύεται να πάρει ανάσα, προσπαθεί να ηρεμήσει, να μη δείξει τον πανικό της. Έχει πεισθεί πλέον ότι υπάρχει αδιέξοδο. Τώρα; όχι. Πολύ πιο πριν.

Το αστικό φαίνεται να έχει σκάσει μύτη από μακριά.
«Αχ, δε θα το προλάβω! Τι κίνηση! Ωχ, νάτο!»
Ευτυχώς, στο τσακ…
Επιβιβάζεται μαζί με το μπουλούκι που στριμώχνεται στην πόρτα.
Επικρατεί εκνευρισμός. Σκουντήματα, φωνές και διαμαρτυρίες.
«Κάθε φέτος και χειρότερα. Και είσαι και 38… η πιο παραγωγική ηλικία, σκέψου!»
Το έχει σκεφτεί πολλές φορές αυτό.
«Σ’ αυτήν την ηλικία, όσοι δουλεύουν χρόνια, υπό κανονικές εργασιακές και ιστορικές συνθήκες βέβαια, τι μισθό παίρνουν άραγε;
Ασφαλώς θα έχουν τις ανάλογες αυξήσεις, δώρα, επιδόματα… έτσι πάει. Αλλά εσύ μια ζωή, από 24 χρονών που πρωτοξεκίνησες να εργάζεσαι, διαπραγματεύεσαι με τον εργοδότη τ’ αυτονόητα».
Η φωνή εξακολουθεί να της επιτίθεται, ακάθεκτη. Αμείλικτη.
«Ξέχασες που με το τότε αφεντικό – 14 χρόνια πριν – έκανες σκληρό παζάρι για την ασφάλισή σου, ακόμα και για την εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων σου;

Ποια κρίση μου τσαμπουνάς τώρα; Είχε κρίση τότε;
Τη φαντάστηκε ποτέ κανείς ή, έστω, πέρασε από το νου κανενός μας το ενδεχόμενο αυτής της εργασιακής κόλασης που ζούμε σήμερα;
Κι αν ναι, αυτός μίλησε ή σώπασε; Κι αν μίλησε, τον άκουσε κανείς;
Έκανε κάτι κανείς γι’ αυτό;»

– Ασπασία, έλα κατεβαίνουμε!
Μια στρουμπουλή μεσόκοπη κυρία δίπλα της φωνάζει την κόρη της, που στριμώχθηκε κάπου στο βάθος του αστικού, να κάνει γρήγορα για να προλάβουν να φτάσουν εγκαίρως στην πόρτα καθόδου.
«Ωχού! Με ζάλισες πια σήμερα. Φτάνει!» προσπαθεί η Μαρία να φιμώσει την καταραμένη φωνή.

«- Το ότι θα σπούδαζα καθηγήτρια, για να υπεραμυνθώ της ανθρωπιστικής παιδείας και θα κατέληγα να υπακούσω σε νόμους στυγνών τεχνοκρατών αργότερα και να μου το ‘λεγαν κάποτε, δε θα το πίστευα», είπε γελώντας στην κολλητή της προχθές που πίνανε καφέ σπίτι της.
«- Γιατί, τι θα ‘κανες»; τη ρώτησε η φίλη. «Θ’ ακολουθούσες άλλο δρόμο, δηλαδή; Μα από πιτσιρίκες αυτό θέλαμε: να διδάξουμε μια μέρα σε παιδιά, να μεταδώσουμε τις γνώσεις μας, την αγάπη μας για τις επιστήμες που επιλέξαμε να σπουδάσουμε.
Ήμασταν άριστες μαθήτριες, το ξέχασες;
– Μα γι’ αυτό ακριβώς το λέω!

Στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα σφίξανε πολύ τα πράγματα.
Δεν υπάρχει δουλειά εκεί για μας, όπως άλλοτε. Το ξέρεις κι εσύ αυτό από πρώτο χέρι. Οι γονείς δεν μπορούν ν’ αντεπεξέλθουν στα έξοδα ενός φροντιστηρίου, τα παιδιά είναι απρόθυμα να μελετήσουν βαθιά και να κουραστούν και γιατί, άλλωστε;
Για ένα πτυχίο, μαρουλόφυλλο! Κι ούτε…

Αλλά πλέον σε όλες τις δουλειές είναι δύσκολα τα πράγματα και ειδικά για τις γυναίκες. Πάντα ήτανε γι’ αυτές πιο δύσκολα. Τώρα όμως είναι τραγικά.

Και περισσότερο, όταν αυτές είναι πάνω από 30 χρονών κι έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις.
Η ξαδέρφη μου είναι άνεργη εδώ και χρόνια, αφότου η βιοτεχνία που δούλευε έκλεισε κι ούτε ελπίζει να βρει δουλειά, η νύφη μου απλήρωτη εδώ και μήνες, η Χ και η Ψ., άγνωστές μου – αλλά είναι σαν να τις γνωρίζω, αφού ξέρω το δράμα τους, το βλέπω/διαβάζω/ακούω καθημερινά, παντού – τελούν διαρκώς υπό την απειλή της απόλυσης ή της εφεδρείας. Το κράτος ουσιαστικά, Μαρία, έχει χρεοκοπήσει. Προ πολλού.

Τα σημάδια όμως ήταν από πολύ παλιά ορατά στον ορίζοντα. Αλλά εθελοτυφλούσαμε. Όλοι μας. Κι ας μη σου κακοφαίνεται αυτό που λέω.

Ασφαλώς και δε φέρουν όλες οι γενιές το ίδιο ποσοστό ευθύνης, ούτε όλες οι κοινωνικές ομάδες ευθύνονται το ίδιο.

Ακόμα και ως άτομα διαφέρουμε στο βαθμό των ευθυνών.
Εγώ κι εσύ, για παράδειγμα, ήμασταν παιδιά, όταν αποφασίζαμε ποιο δρόμο, ποια πορεία ζωής θα ακολουθούσαμε.

Και μετέπειτα ό, τι κερδίσαμε, το κερδίσαμε με το σπαθί μας. Δε μας χαρίστηκε τίποτα, γιατί κι εμείς δε χαριστήκαμε σε κανένα.

Αλλά, γνωρίζαμε το σύστημα που επικρατούσε και το στηρίξαμε, άλλοτε εμπράκτως – με τις λαθεμένες μας πολιτικές επιλογές – κι άλλοτε με τη σιωπή μας. Κι εδώ, πρόσεξε, δεν εννοώ να φωνάξει ο καθένας μόνος του. Αυτό ενδεχομένως δεν οδηγεί πουθενά. Γιατί το σύστημα, αυτόν τον ένα, ξέρει πολύ καλά να τον φιμώνει. Εννοώ να φωνάξουμε όλοι μαζί. Με όλη μας τη δύναμη. Να αλλάξει ο καθένας μας τον εαυτό του πρώτα και μετά όλοι μαζί.

Και τότε, θα μπορούμε να ατενίσουμε με περισσότερη αισιοδοξία το μέλλον. Όχι για μας. Αλλά για τα παιδιά μας.»

«Κατάλαβες, φωνή μου; Σ’ εσένα, λέω. Τι έπαθες; Σίγησες;
Καλά έκανες. Πρέπει να κρατήσεις τις δυνάμεις σου, για να μιλήσεις, να φωνάξεις.
Αλλά όχι σ’ εμένα, όχι εδώ. Εκεί έξω».

Τέρμα διαδρομής. Η Μαρία κατέβηκε από το αστικό. Ήταν πιο ήρεμη τώρα. Πάντα στο τέλος της διαδρομής αποφορτίζεται. Οι επιβάτες, όσο περνά η ώρα και πλησιάζει το τέρμα, αραιώνουν και, θαρρείς, πως αποπνέουν έναν άλλο αέρα. Πιο εκλεπτυσμένο, πιο σοβαρό, πιο αισιόδοξο. Έναν αέρα αλλαγής κι αισιοδοξίας. Ελπίδας.

Βάγια Τσιώλη

γαμώ τα λεφτά σας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s