Καλοκαιρινός έρωτας, όπως καλοκαιρινό μπουρίνι

Τυχαία συνάντηση. Τίποτε στον ορίζοντα δεν προμήνυε το κεραυνοβόλημα. Ο ουρανός άλλωστε ήταν τόσο γαλανός, τόσο πεντακάθαρος. Πονούσαν τα μάτια σου από το εκτυφλωτικό φως του Αυγουστιάτικου ήλιου, σαν τον κοίταζες κάμποση ώρα.

Μπήκε μες στο πλοίο με προορισμό κάποιο Κυκλαδίτικο νησί.
Στριμώχτηκε στην είσοδο μαζί με τους άλλους συνταξιδιώτες. Έβριζε από μέσα της τον καύσωνα, τον ιδρώτα που περιέλουζε την ίδια και τον θαλασσινό αέρα που έφερνε στη μύτη της την οσμή από τους ξένους ιδρώτες.

Επιτέλους κατάφερε να περάσει στο εσωτερικό του πλοίου και να φτάσει στο κατάστρωμα. Ακούμπησε την τσάντα ταξιδίου πρόχειρα πάνω σ’ ένα παγκάκι. Πήγε να πέσει. Ένα χέρι τη συγκράτησε.

Ανέβασε το βλέμμα να κοιτάξει. Και τότε τον αντίκρισε για πρώτη φορά. Αντίκρισε τον άντρα με το γαλάζιο, πεντακάθαρο βλέμμα. Λες και δυο μικρά κομμάτια του ουρανού αποκόπηκαν και ράφτηκαν στα δυο του μάτια. Εκείνη η στιγμή που πρωτοκοιτάχτηκαν παίζει να κράτησε έναν αιώνα∙ δεν ξέρει. Ακόμη και τώρα, χρόνια μετά, δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο χρόνο διήρκεσε εκείνη η στιγμή. Δε θυμάται τι είπανε. Κάτι θα είπανε, δεν μπορεί. Απαντήσεις μηχανικές, όταν αυτά που λες, οι κινήσεις που κάνεις, οι κινήσεις που κάνει ο κόσμος γύρω σου, η περιστροφή της γης, δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία. Σημασία έχει μόνον εσύ κι εκείνος, η στιγμή που τα βλέμματα συναντώνται και σφραγίζουν ανεξίτηλα μιαν αιωνιότητα.

Γιατί μιαν αιωνιότητα της φάνηκαν οι μέρες των διακοπών που περάσανε μαζί. Οι δυο τους. Δυο φυσικοί άνθρωποι απόλυτα εναρμονισμένοι με το γαλάζιο του ουρανού, των κυμάτων, των καλοκαιρινών ονείρων τους. Παιχνίδια στο κύμα και την άμμο. Λίκνισμα στους ήχους της μουσικής τα ζεστά βράδια. Νύχτες. Με αστραπόβροντα, κεραυνούς, εκλάμψεις φωτός αστραπής με ελιγμούς τεράστιου πύρινου φιδιού που σκίζει τον ουρανό, δυνατούς ανέμους που φέρνουν έντονες καταιγίδες πάθους και θυελλώδους έκστασης. Μια καλοκαιρινή μπόρα. Ένα αυγουστιάτικο μπουρίνι.

Και μετά το τέλος.

Η καταιγίδα σταματά το ίδιο αναπάντεχα, όπως αναπάντεχα ήρθε. Ο ουρανός ξανάγινε πεντακάθαρος, γαλανός.

Μόνο κάτι συννεφάκια, σγουρά και κυματιστά, απόμειναν κάπου στο βάθος του ορίζοντα, σε ροζ απόχρωση, να θυμίζουν κατά το ηλιοβασίλεμα, πόσο ανταριασμένος, βροντερός κι άγριος μπορεί να γίνει κάποτε ο ουρανός.

Βάγια Τσιώλη

έρωτας ηλιοβασίλεμα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s