Αναμνήσεις ενός καλοκαιριού

Σεπτέμβρης. Αρχή του Φθινοπώρου. Φθινόπωρο. Αρχή των βροχών, της συννεφιάς, των καινούριων υποχρεώσεων που φέρνει προκαταβολικά ο Χειμώνας. Τέλος της καλοκαιρινής ανεμελιάς…

Το ξεθώριασμα της Φύσης, το ξεθώριασμα του Χρόνου…

Αλήθεια, τι να απόγινε το ηλικιωμένο ζευγαράκι της παραλίας; Ξαναγύρισε στην καθημερινή του ρουτίνα, το πιθανότερο.

Τους θυμάμαι να κατεβαίνουν για πρω’ι’νό στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου κάθε πρωί την ίδια ώρα:

8 πμ.

Να παίρνουν το ίδιο πρόγευμα.

Να καθαρίζουν με την ίδια σχολαστικότητα, στο τέλος, το φρούτο τους..

Να παίρνουν την ίδια πάντοτε ώρα το δρόμο για την παραλία, για το πρω’ι’νό τους μπάνιο. Την ίδια ξαπλώστρα, διαβάζοντας ο καθένας το δικό του ίδιο βιβλίο.

Πάντοτε η ίδια σιωπή… οι κουβέντες που ανταλλάσσονταν λιγοστές κι οι απολύτως απαραίτητες.

Κάποια μέρα, η γυναίκα άρχισε να μαζεύει βότσαλα. Ο σύζυγος δίπλα της απορροφημένος στην ανάγνωση του βιβλίου του. Εκείνη μάζευε τα πιο όμορφα, τα πιο περίεργα, τα πιο ελκυστικά βότσαλα σε σχήμα και σε χρώμα. Τα στοίβαζε στη ξαπλώστρα της, τα κοίταζε ξανά και ξανά. Μετά το άσπρο κυματάκι που έσκαγε στα πόδια της και ξανά τα βότσαλά της… κάποια στιγμή το βλέμμα της προσηλώθηκε στον άντρα της. Το πρόσωπό της πήρε άλλη όψη. Αγάπη; Τρυφερότητα; Νοσταλγία ίσως; Η’ μήπως μελαγχολία; Απροσδιόριστη.

Μια καλλίγραμμη κοπέλα αναδύθηκε από το γαλάζιο νερό. Την κοίταξε. Πρόσεξε ότι την κοίταξε κι ο άντρας της. Καμιά άλλη κίνηση από μέρους της. Σταθερή. Ψύχραιμη. Ξαναγύρισε στα βότσαλά της. Τι να σκεφτόταν, άραγε;

«Ήμουν κι εγώ κάποτε έτσι, θυμάσαι; Όταν πρωτογνωριστήκαμε, εκείνο το πρω’ι’νό του Αυγούστου πριν από 35 χρόνια. Με αποκαλούσες δελφινοκόριτσο. Θυμάσαι; Και το βλέμμα σου έπαιρνε εκείνο το όμορφο γαλάζιο χρώμα, όμοιο με τον καταγάλανο ηλιόλουστο ουρανό του καλοκαιριού. Πόσο ερωτευμένοι ήμασταν, θυμάσαι; Πώς μ’ αγκάλιαζες και με φιλούσες… Και τι μου απάντησες όταν σου τα θύμισα στην τελευταία επέτειο του γάμου μας; Θυμάσαι; -Αυτά ήταν κ ά π ο τ ε…-  Η φθορά του χρόνου, λοιπόν…»

Η φθορά του Χρόνου, λοιπόν… Ο νόμος της ακμής και της παρακμής. Η Αρχή και το Τέλος. Ο κύκλος της Ζωής. Αυτή η νομοτέλεια. Θέλω δε θέλω, την αποδέχομαι. Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;

Βάγια Τσιώλη

αναμνήσεις

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s