Τρεις αλήθειες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα υπό το πρίσμα της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας Γεν. Παιδείας Γ’ Λυκείου.

Της Βάγιας Τσιώλη

Προετοιμάζοντας το μάθημα της Ιστορίας Γεν. Παιδείας Γ’ Λυκείου «Ιστoρία τoυ νεότερου και του σύγχρονου κόσμου» στον απόηχο της φασαρίας για το μάθημα των Θρησκευτικών, από τη μια σκέφτομαι πόσο παραγκωνισμένο, υποβαθμισμένο (κι όχι βέβαια το μόνο) είναι το μάθημα αυτό στα σχολεία μας και από την άλλη πόσο μεγάλες είναι οι επιπτώσεις, από λανθασμένους στόχους κι επιλογές αλλά και «έξωθεν» παρεμβάσεις, στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.

Ακολούθως αναφέρομαι σε τρεις λόγους-σχολικές αλήθειες:
1. Το συγκεκριμένο βιβλίο φέρει την «υπογραφή» μιας αξιόλογης επιστημονικής ομάδας, όπως του Καθηγητή μου Ιωάννη Κολιόπουλου, του Κων/νου Σβολόπουλου, Αθαν. Βερέμη κλπ. Το κακό της υπόθεσης – και των σχολικών βιβλίων εν γένει – είναι ότι το απάνθισμα της έρευνας και της γνώσης μεταφέρεται στο σχολικό βιβλίο «κακήν κακώς», με συμπιλήματα και με ακατέργαστες κόπιες. Επίσης παρατηρείται μια πολύ μεγάλη πύκνωση των ιστορικών πληροφοριών, τα γεγονότα θαρρείς και «στριμώχνονται» στις σελίδες του βιβλίου, αν και πολυσέλιδο, κάτι που γενικά χαρακτηρίζει τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας (λογικό, αν σκεφτεί κανείς πόσες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας καλύπτει η Επιστήμη της Ιστορίας και πόσες άλλες επιστήμες λειτουργούν βοηθητικά ως προς αυτήν – η Φιλολογία, η Αρχαιολογία, η Επιγραφική, η Νομισματολογία, η Ψυχολογία, η Στατιστική κλπ) . Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι το κείμενο να δυσκολεύει και να δημιουργεί αποστροφή στον μαθητή λόγω του δυσνόητου και στρυφνού του ύφους, αλλά και να καθιστά τη διδασκαλία του μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση για τον διδάσκοντα. Σκεφτείτε πόσο πιο δύσκολη υπόθεση γίνεται στα πλαίσια ενός καθημαγμένου οικονομικά δημόσιου σχολείου και ενός κοινωνικά απαξιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος.

2.Το μάθημα αντιμετωπίζεται ως «δευτερεύον». Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά δεν το μελετούν, οι διδάσκοντες προσπερνάνε τις σελίδες του βιαστικά κι ορισμένες φορές επιπόλαια∙ ρίχνουν το κύριο βάρος της «ανάγνωσης» στο σπίτι, ενώ θα πουν δυο-τρια πραγματάκια και θα τους ακούσουν ένας –δυο μαθητές που ασχολούνται προσωπικά με την Ιστορία, ίσως κάνα δυο ακόμη παραπάνω από φέτος που το μάθημα δίνεται πανελλαδικά, για όσους επιθυμούν να «ξεκλειδώσουν» Σχολές της Παιδαγωγικής.

3. Η διδακτέα και εξεταστέα ύλη έχει υποστεί μεγάλη σύμπτυξη, θεωρώ στα πλαίσια της προσπάθειας του Υπουργείου να αντιμετωπίσει τα παραπάνω χρόνια προβλήματα συν τον ελάχιστο διδακτικό χρόνο που πιέζει δασκάλους και μαθητές ανελέητα.
ΟΜΩΣ: παράγεται και αναπαράγεται η ημιμάθεια, όταν, για παράδειγμα, από το (εξαιρετικά μεγάλο) κεφάλαιο για την Ελληνική Επανάσταση, οι μόνες σελίδες που τελικά διδάσκονται είναι «Ο χαρακτήρας της ελληνικής επανάστασης» – ότι δηλαδή επρόκειτο για εθνικό κίνημα που ήταν επί της ουσίας πολιτικό και παρουσίαζε ομοιότητες με τα αντίστοιχα εθνικά-πολιτικά κινήματα της Ευρώπης κατά την ίδια περίοδο και δέχτηκε τις επιδράσεις των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης – και «Η έκβαση της Επανάστασης» – δηλαδή το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας, το πολίτευμα, τα σύνορα, η επίδραση της σπουδαίας προσωπικότητας του Ι. Καποδίστρια, η έλευση του Όθωνα – όλα αυτά εξαιρετικά συντομευμένα, σχεδόν επιγραμματικά.

Λυπηρότατο, αν λάβει κανείς υπόψη τη διαστρέβλωση που έχει υποστεί η περίοδος αυτή και τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα από τις εκάστοτε εθνικο-θρησκευτικές ηγεσίες του τόπου που τα παρουσιάζουν κατά το δοκούν στις εθνικές επετείους και στα ΜΜΕ – εξαίροντας ή και επινοώντας ακόμη τη συμβολή ορισμένων προσώπων και ομάδων – αλλά και τον εξοβελισμό κάθε αναφοράς σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά γεγονότα και επιδράσεις. Και, ακόμη πιο λυπηρό, αν σκεφτεί κανείς ότι το μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο απευθύνονται σε μαθητές που τελειώνουν τη φοίτησή τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πλησιάζουν στην ενηλικίωση, έχουν διαμορφώσει, ή θα έπρεπε να έχουν διαμορφώσει πλέον πολιτική συνείδηση.

Εμάς βέβαια, ως ελληνική κοινωνία, μας απασχολεί κατά κόρον το αν θα διδάσκεται ή όχι το μάθημα των Θρησκευτικών, αν είναι η ορθόδοξη χριστιανική παιδεία θεσμοθετημένη από την πολιτεία και άρα συνταγματική ή όχι.

Αλλά τίθεται πάντα διαχρονικό και αμείλικτο το με πολλά σκέλη ερώτημα:
Τι είδους παιδεία θέλουμε, ανθρωπιστική κι ευρωπαϊκή; αν ναι, πώς είναι δυνατόν αυτός ο προσανατολισμός να επιτευχθεί με μια παιδεία άκρως ελεγχόμενη από πολιτικές και θρησκευτικές ηγεσίες, με εσωστρέφεια και ημιμάθεια, με μαθήματα «πρωτεύοντα» και «δευτερεύοντα» σε σχέση με τα πανελλήνιες εξετάσεις; με φλέγον ζήτημα τη διδασκαλία των Θρησκευτικών; με μεγάλα κενά και ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς στα σχολεία; με πενιχρές χρηματοδοτήσεις εκπαιδευτικών προγραμμάτων; Τέλος, με αποφοίτους που δε γνωρίζουν παρά ελάχιστα για τη γλώσσα τους, την Ιστορία τους, τις επιστημονικές και τεχνολογικές προόδους των τελευταίων ετών;

Γιατί, χωρίς ορθή γνώση της εθνικής Ιστορίας και του εθνικού πολιτισμού αφενός και του παγκόσμιου πολιτικού-οικονομικού-πολιτισμικού γίγνεσθαι αφετέρου, χωρίς κριτικό και καλλιτεχνικό αισθητήριο, χωρίς επίγνωση της επιστημονικής προόδου, χωρίς ελεύθερη σκέψη, χωρίς δημοκρατικό φρόνημα, τι νόημα και τι αξία έχει η όποια καλοπροαίρετη προσπάθεια προτροπής των νέων μας στην κατάκτηση της προόδου και της ευημερίας; Του καλού και της αρετής;

σύμπτυξη ύλης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s